Από την Άννι Κόλμαν – Stanford Center on Longevity
Παρόλο που η προκατάληψη λόγω ηλικίας στους εργασιακούς χώρους εξακολουθεί να είναι ο κανόνας, η αξία των έμπειρων εργαζομένων γίνεται όλο και πιο εμφανής, με όλο και περισσότερες εταιρείες να στρέφονται, τα τελευταία χρόνια, σε ηλικιωμένους εργαζομένους.
Η αρχή έγινε στα περίχωρα του Macclesfield, στη βορειοδυτική Αγγλία, όταν ένα κατάστημα λιανικών ειδών για το σπίτι ανέτρεψε αθόρυβα ένα από τα στερεότυπα του εταιρικού κόσμου. Αντιμέτωπη με συχνές αλλαγές του προσωπικού της και μια αστάθεια στην ικανοποίηση των πελατών της, η συγκεκριμένη εταιρεία έκανε ένα απλό πείραμα: το 1989, στελέχωσε το κατάστημα κυρίως με μεγαλύτερους ηλικιακά εργαζόμενους.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 18%. Οι αλλαγές του προσωπικού μειώθηκαν. Η απουσία από την εργασία περιορίστηκε επίσης δραστικά. Ένα πείραμα που ξεκίνησε πριν περισσότερο από 30 χρόνια, αναδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο ο εργοδότης προσεγγίζει την ένταξη των ηλικιών και οδήγησε το εν λόγω κατάστημα να ανοίξει την εκπαίδευση σε όλες τις ηλικίες και να προβάλει μεγαλύτερους εργαζόμενους στη διαφήμιση, αντιμετωπίζοντας την εμπειρία ως πλεονέκτημα και όχι ως κόστος.
Το 2007, η BMW ξεκίνησε την εφαρμογή 70 εργονομικών, χαμηλού κόστους βελτιώσεων σε μια εξειδικευμένη γραμμή συναρμολόγησης στο Ντίνγκολφινγκ της Γερμανίας, για να παρέχει καλύτερες συνθήκες στους πολλούς ηλικιωμένους και μεσήλικες εργαζομένους της. Οι βασικές αλλαγές περιελάμβαναν καθίσματα εργασίας ρυθμιζόμενου ύψους, βελτιωμένο φωτισμό και εξειδικευμένα σκαμπό, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας κατά 7%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι παρόμοιες δυναμικές απόδοσης λόγω ηλικίας δεν περιορίζονται στις ιδιομορφίες του λιανικού εμπορίου ή στο εργοστάσιο και είναι ολοένα πιο σημαντικές, καθώς η μείωση των ποσοστών γεννήσεων και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη μειώνουν την εισροή εργαζομένων εισαγωγικού επιπέδου.
Μια αναφορά της ομάδας Παροχών Εργασίας της Bank of America υποστηρίζει, ότι η πρόσληψη και η διατήρηση ηλικιωμένων εργαζομένων καθίσταται ολοένα και πιο σημαντική, καθώς ο πληθυσμός γερνάει, ορίζοντας τα οφέλη που περιλαμβάνουν την ηλικία όχι ως προσαρμογή, αλλά ως κινητήρια δύναμη της οργανωτικής απόδοσης, ειδικά για ρόλους όπου η εμπειρία και η ποιότητα των αποφάσεων έχουν τη μεγαλύτερη σημασία.
«Η διατήρηση αυτών των ηλικιωμένων εργαζομένων είναι μια ιδέα που γίνεται όλο και πιο ευπρόσδεκτη», λέει η Cynthia Hutchins, η πρώτη διευθύντρια οικονομικής γεροντολογίας της Bank of America. Η έρευνα της Hutchins έχει επηρεάσει την πολιτική μακροζωίας του εργατικού δυναμικού της Bank of America, η οποία περιλαμβάνει υβριδικά προγράμματα, πλάνο οικονομικών παροχών, υποστήριξη για την εμμηνόπαυση, άδεια για τους παππούδες και εκπαιδευτικές άδειες. «Είναι σχεδόν επιτακτική ανάγκη για την επιχείρηση να θεσπίσει τέτοιου είδους παροχές, για να διατηρήσει τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους και να προσελκύσει νεότερους», προσθέτει η Hutchins.
Ωστόσο, πρωτοβουλίες όπως αυτές, σπάνια παρουσιάζονται ως στρατηγική ή ως σημάδια μιας βαθύτερης αλλαγής. Οι περισσότερες εταιρείες συνεχίζουν να σχεδιάζουν σταδιοδρομίες με γνώμονα το σκεπτικό, ότι η αποτελεσματικότητα αγγίζει νωρίς την κορύφωσή της, και ότι η ταχύτητα, η αντοχή και η καινοτομία ανήκουν αποκλειστικά στους νέους.
Αν η εμπειρία βελτιώνει τα αποτελέσματα, γιατί τόσοι πολλοί οργανισμοί είναι δομημένοι ώστε να εκτοπίζουν τους ανθρώπους, ακριβώς τη στιγμή που η αξία τους κορυφώνεται;
Το άλμπατρος ή ο σοφός άνθρωπος
Στην καρδιά του εταιρικού κόσμου βρίσκεται μια θεμελιώδης διαφωνία σχετικά με το θέμα της αξίας. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics, Μαρκ Ζάντι, άνοιξε διάλογο με την ανάλυση του “Γήρανση και το Παζλ της Παραγωγικότητας” (2018), που σκιαγραφεί δύο σχολές σκέψης. Η “θεωρία του Άλμπατρος” υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι άνω των 65 ετών μειώνουν την παραγωγικότητά τους γιατι έχουν ξεπερασμένες δεξιότητες και μια αντίσταση στην αλλαγή. Η “θεωρία του σοφού ανθρώπου” αφηγείται μια διαφορετική ιστορία: των εργαζομένων που διαθέτουν κρίση, θεσμική γνώση, συναισθηματική νοημοσύνη και εμπειρογνωμοσύνη, που οι νεότεροι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αναπαράγουν.
Ο Zandi και οι συνάδελφοί του ανέλυσαν δεδομένα ADP σε επίπεδο πολιτείας, στις ΗΠΑ και κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι οι εργαζόμενοι μετά την ηλικία συνταξιοδότησης επιβράδυναν την αύξηση των μισθών και την παραγωγικότητα, κυρίως επειδή είχαν την τάση να είναι αντίθετοι στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, αρκετά μεγάλα ιδρύματα απορρίπτουν την ιδέα ότι οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας αποτελούν «άλμπατρος» παραγωγικότητας – και τα περισσότερα εξετάζουν τις επιπτώσεις, όχι εκείνων άνω των 65 ετών, αλλά του εργατικού δυναμικού άνω των 50 ετών, που συχνά είναι το πρώτο στη σειρά για απολύσεις.
Πιο πρόσφατη έρευνα από την AARP και τον ΟΟΣΑ δείχνει ότι οι εταιρείες με περισσότερους εργαζόμενους άνω των 50 ετών είναι πιο παραγωγικές και όχι λιγότερο: μια αύξηση 10 ποσοστιαίων μονάδων στους ηλικιωμένους εργαζόμενους σχετίζεται με περίπου 1,1% υψηλότερη παραγωγικότητα. Η ανάλυση του ΟΟΣΑ του 2020 διαπιστώνει επίσης, ότι οι εταιρείες με ηλικιακή ισορροπία επωφελούνται από τον χαμηλότερο κύκλο εργασιών και την ισχυρότερη απόδοση της ομάδας, λόγω της ανταλλαγής εμπειρίας και γνώσεων και όχι της αντίστασης στην τεχνολογία.
Ομοίως, μια μελέτη του 2022 από την Boston Consulting Group διαπίστωσε ότι οι διαγενεακές ομάδες ξεπερνούν τις ομοιογενείς όταν η κρίση και η καθοδήγηση των ηλικιωμένων εργαζομένων συνδυάζονται με τις ψηφιακές δεξιότητες των νεότερων εργαζομένων. Μια μετα-ανάλυση του 2022 αντικρούει επίσης την ιδέα ότι οι ηλικιωμένοι εργαζόμενοι είναι λιγότερο αποτελεσματικοί και διαπιστώνει ότι οι ομάδες αποδίδουν καλύτερα όταν τα μέλη έχουν μακρά θητεία στην εταιρεία, ανεξάρτητα από την ηλικία των εργαζομένων.
Ωστόσο, ο Zandi λέει ότι η αξία των ηλικιωμένων εργαζομένων μπορεί να εξαρτάται από το πώς εξελίσσεται η Τεχνητή Νοημοσύνη στον χώρο εργασίας και τον αντίκτυπο που έχει στην αύξηση της παραγωγικότητας.
«Εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτύχει, ή δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες και υπάρχουν άλλες δημογραφικές δυνάμεις που περιορίζουν την αύξηση της εργασίας, τότε πιστεύω ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι θα πρέπει να τα πάνε καλά», λέει ο Zandi.
Σημειώνει δε ότι μέχρι στιγμής, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι έχουν «πλοηγηθεί στα πράγματα με εύστροφο τρόπο», ενώ οι νεότεροι εργαζόμενοι και τα μεσαία στελέχη δέχονται μέχρι στιγμής το κύριο βάρος των επιπτώσεων που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Οι άνθρωποι φτάνουν στο απόγειό τους αργότερα από ό,τι νομίζουμε
Η γήρανση του πληθυσμού αντιμετωπίζεται συχνά ως μελλοντικό πρόβλημα, κάτι που θα αντιμετωπιστεί αργότερα με τεχνολογικές ή πολιτικές τροποποιήσεις. Στην πραγματικότητα, ήδη αναδιαμορφώνει τις αγορές εργασίας στις ΗΠΑ και σε όλες τις προηγμένες οικονομίες. Τα ποσοστά γεννήσεων είναι χαμηλότερα, οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και το ποσοστό των εργαζομένων άνω των 50 ετών αυξάνεται σταθερά. Αυτή δεν είναι μια πρόβλεψη. Είναι ήδη αριθμητική πραγματικότητα.
Ωστόσο, οι οργανωσιακές υποθέσεις σχετικά με την απόδοση δεν έχουν συμβαδίσει με τις εξελίξεις. Οι σύγχρονες σταδιοδρομίες εξακολουθούν να βασίζονται στην ιδέα ότι η αποτελεσματικότητα κορυφώνεται νωρίς. Πρόσφατη έρευνα αμφισβητεί αυτή την άποψη. Μια μελέτη του 2025 στο περιοδικό Intelligence, αναλύοντας ηλικιακές πορείες σε 16 επίπεδα γνωστικά, συναισθηματικά και προσωπικότητας, διαπιστώνει ότι ενώ η ταχύτητα επεξεργασίας όντως μειώνεται μετά την πρώιμη ενήλικη ηλικία, πολλές από τις ικανότητες που είναι πιο σχετικές με σύνθετες εργασίες συνεχίζουν να βελτιώνονται μέχρι και τη μέση ηλικία. Όταν αυτά τα χαρακτηριστικά συνδυάζονται σε ένα σύνθετο μέτρο της συνολικής λειτουργικότητας, η απόδοση κορυφώνεται μεταξύ των ηλικιών 55 και 60.
Αλλά, αν η επάρκεια κορυφώνεται στα τέλη της μέσης ηλικίας, τότε γιατί τόσες πολλές σταδιοδρομίες τελειώνουν πριν μπορέσουν να ολοκληρωθούν πλήρως; Σε όλες τις προηγμένες οικονομίες, φαίνεται να υπάρχει ένα επίμονο μοτίβο πρόωρων αποχωρήσεων που δεν αφορούν τόσο την ατομική επιλογή, όσο τον οργανωτικό σχεδιασμό.
Στις ΗΠΑ, η ανάλυση δεδομένων έρευνας από το Urban Institute σε ηλικιωμένους εργαζόμενους από το 1992 έως το 2016, έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς άνω των 50 ετών, έχασαν τις μακροχρόνιες θέσεις εργασίας τους πριν επιλέξουν να συνταξιοδοτηθούν, συχνά μέσω απολύσεων ή αναδιαρθρώσεων και όχι λόγω ζητημάτων απόδοσης. Η μελέτη του 2018 – μαζί με αναφορές από την ProPublica – διαπίστωσε ότι λίγοι από αυτούς ανέκτησαν συγκρίσιμες αποδοχές ή ευθύνες, και οι πρακτικές πρόσληψης ενίσχυσαν αυτήν την τάση.
Ο Bill Greene, μακροχρόνιος σύμβουλος επιχειρήσεων, αποτελεί εξαίρεση σε αυτήν την τάση απολύσεων. Προσλήφθηκε στα 64 του ως διευθυντής της Mind Share Partners, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης στο Σαν Φρανσίσκο και συμβουλεύει τις εταιρείες σχετικά με τη σημασία της δημιουργίας ψυχικά υγιούς περιβάλλοντος. Επίσης, προειδοποιεί ότι ο χώρος εργασίας είναι ένα ναρκοπέδιο προκαταλήψεων και ότι ο ηλικιακός ρατσισμός είναι αμφίδρομος τόσο για τους ηλικιωμένους, όσο και για τους νεότερους εργαζόμενους.
Ο Greene συμβουλεύει τους εργοδότες να γνωρίζουν τα τυφλά σημεία και τις ασυνέπειες. Στον κλάδο της τεχνολογίας, λέει, «είναι ευρέως αποδεκτό ότι αν είσαι 45 ετών ή μεγαλύτερος, είσαι δεινόσαυρος». Ωστόσο στην πολιτική.. «μπορεί να είσαι 70, 75, 80, 85, και προφανώς αυτό να είναι εντάξει».
Η εμπειρία βοηθάει σε μια έκτακτη ανάγκη. Όταν χτύπησε η πανδημία Covid-19 το 2020, ο Greene ήταν σύμβουλος σε μια εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και είδε από πρώτο χέρι πόσο ανησυχούσε ο πελάτης του, ότι οι νεότεροι υπάλληλοι θα πανικοβάλλονταν και θα παραιτούνταν επειδή δεν είχαν περάσει μια κρίση τέτοιου μεγέθους πιο πριν.
«Συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να καθοδηγήσουν τους νεότερους υπαλλήλους τους», λέει, συγκρίνοντας την πανδημία με την οικονομική κρίση του 2008 για να βοηθήσουν το προσωπικό να κατανοήσει τους κινδύνους και τη μελλοντική πορεία. «Αυτό το είδος σοφίας και εμπειρίας μπορεί να προέλθει από τη βαθύτερη κατανόηση ενός μεγαλύτερου σε ηλικία υπαλλήλου παρά από έναν νεότερο», λέει.
Μικρής κλίμακας πειράματα χάνουν μια επείγουσα πρόκληση
Παρόλο που αρκετές εταιρείες του Fortune 500 έχουν διαφημίσει το ενδιαφέρον τους για την πρόσληψη και διατήρηση ηλικιωμένων εργαζομένων, οι εταιρικές δεσμεύσεις παραμένουν διστακτικές και μικρής κλίμακας. Η Unilever, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, ξεκίνησε το πρόγραμμα U-Work το 2019 και τώρα προσφέρει στους εργαζομένους σε εννέα χώρες ένα υβρίδιο μεταξύ παραδοσιακής απασχόλησης και εργασίας με μόνιμη απασχόληση: μηνιαία επιδότηση, παροχές και ελευθερία επιλογής σε ποια έργα θα εργαστούν και πότε.
Οι εργαζόμενοι εδώ μπορούν να μειώσουν τις ώρες εργασίας τους, να επιδιώξουν άλλα ενδιαφέροντα ή να μεταβούν σταδιακά προς τη συνταξιοδότηση. Το πρόγραμμα είναι καινοτόμο και, από όλες τις απόψεις, επιτυχημένο. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες είναι άνω των 50 ετών. Αλλά συμμετέχουν μόνο 140 εργαζόμενοι από το παγκόσμιο εργατικό δυναμικό της Unilever, που αποτελείται από 150.000 άτομα. Αυτό εγείρει ένα ερώτημα: Πρόκειται για στρατηγικές γνήσιου μετασχηματισμού ή για εξελιγμένες δημόσιες σχέσεις;
Τρεις συγκλίνουσες δυνάμεις υποστηρίζουν μια επείγουσα ανάγκη.
- Πρώτον, η πρόωρη αποχώρηση δημιουργεί διαρροή αξίας. Το γεγονός ότι περισσότεροι από τους μισούς Αμερικανούς εργαζόμενους άνω των 50 ετών εγκαταλείπουν μακροχρόνιες θέσεις εργασίας για λόγους που δεν σχετίζονται με την απόδοση και πριν επιλέξουν να συνταξιοδοτηθούν, αποτελεί συστημική αποτυχία σχεδιασμού.
- Δεύτερον, το τυφλό σημείο από την πλευρά της ζήτησης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι δαπάνες των ατόμων άνω των 55 ετών προβλέπεται να προσεγγίσουν τα 15 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας, καθιστώντας τους ηλικιωμένους καταναλωτές μια από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες πηγές ζήτησης στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, πολλές εταιρείες αντιμετωπίζουν τους ηλικιωμένους πελάτες ως περιφερειακούς.
Υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Alan Patricof, 91 ετών εξακολουθεί να επενδύει. Ξεκίνησε την Primetime Partners στα 85 του, αφού παρατήρησε ότι τα επιχειρηματικά κεφάλαια παρέμειναν επικεντρωμένα στους millennials, παρά την προφανή ανικανοποίητη ζήτηση μεταξύ των ηλικιωμένων ενηλίκων. Το fund του έχει επενδύσει σε περισσότερες από 35 εταιρείες που εξυπηρετούν αυτό που αποκαλεί «αγορά χωρίς ηλικία». Οι καταναλωτικές μάρκες προσαρμόζονται επίσης – η L’Oréal έχει επανατοποθετηθεί γύρω από τη μακροζωία και την υγιή γήρανση, αντιμετωπίζοντας την μεγαλύτερη ηλικία ως φιλοδοξία και όχι ως παρακμή.
Η ασημένια οικονομία δεν είναι μια εξειδικευμένη αγορά. Είναι μια από τις μεγαλύτερες και λιγότερο αμφισβητούμενες ευκαιρίες ανάπτυξης της επόμενης δεκαετίας, που πολλές εταιρείες εξακολουθούν να υποτιμούν.
- Τρίτον, η μακρόχρονη εργασιακή ζωή είναι αναπόφευκτη. Στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι πραγματικές ηλικίες συνταξιοδότησης έχουν αυξηθεί, εν μέρει λόγω των οικονομικών αναγκών και των αλλαγών πολιτικής. Εν τω μεταξύ, στις ΗΠΑ, η μετάβαση από τα συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων παροχών στα συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων εισφορών, δίνει κίνητρα στους εργαζόμενους να παραμείνουν απασχολούμενοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι οργανισμοί που δεν καταφέρνουν να διατηρήσουν έμπειρo ταλαντούχο προσωπικό, θα αντιμετωπίσουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ενώ οι ανταγωνιστές επωφελούνται από εργαζόμενους με κριτική σκέψη, σταθερότητα και ενδοεταιρική μνήμη.
Ο ρόλος των επενδυτών, των διευθυντικών στελεχών και των διοικητικών συμβουλίων
Η αναντιστοιχία μεταξύ της δημογραφικής πραγματικότητας και της εταιρικής συμπεριφοράς αρχίζει να καταγράφεται στους μακροπρόθεσμους επενδυτές. Οι μεγάλοι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων θεωρούν όλο και περισσότερο τη μακροζωία ως μια δομική οικονομική δύναμη με επιπτώσεις στην ανάπτυξη, την παραγωγικότητα και το ρίσκο.
Ο οικονομολόγος Andrew J. Scott του London Business School υποστηρίζει στο βιβλίο του The Longevity Imperative (2024), ότι εάν οι κοινωνίες βλέπουν τη μακροζωία πρωτίστως ως «πρόβλημα γήρανσης» με περισσότερους συνταξιούχους, υψηλότερο κόστος υγείας και λιγότερους εργαζόμενους, η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής κινδυνεύει να γίνει δημοσιονομικό βάρος. Αλλά εάν επενδύσουν στην υγεία, τις δεξιότητες και την εργασία που περιλαμβάνει όλες τις ηλικίες, η μακροζωία μπορεί αντ’ αυτού να αυξήσει την ανάπτυξη, την απασχόληση και την καινοτομία.
Ένα εμπόδιο σε αυτή την αλλαγή προοπτικής είναι η συνεχιζόμενη έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας από τους εργοδότες. Ο ηλικιακός ρατσισμός στις προσλήψεις, τις προαγωγές και τις απολύσεις παραμένει ευρέως διαδεδομένος, ωστόσο, σε αντίθεση με το φύλο ή την εθνικότητα, η ηλικία του εργατικού δυναμικού σπάνια αποκαλύπτεται ή ελέγχεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυξανόμενο κενό διακυβέρνησης. Η ασυμφωνία με τη δημογραφική πραγματικότητα δημιουργεί κίνδυνο εκτέλεσης στους τομείς της παραγωγικότητας, της ανάπτυξης και της εμπειρίας.
Η επιχειρηματολογία υπέρ μιας στρατηγικής για τη μακροζωία είναι τελικά οικονομική. Όταν οι οργανισμοί εκτοπίζουν πολύ νωρίς έμπειρους εργαζόμενους, χάνουν την υψηλή κριτική σκέψη, την ικανότητα εκτέλεσης και την ικανότητα καθοδήγησης. Όταν υποεπενδύουν σε ηλικιωμένους καταναλωτές, αφήνουν τεράστιες δεξαμενές ζήτησης υποεξυπηρετούμενες. Η αξία χάνεται και από τις δύο πλευρές της επιχείρησης.
Αναλαμβάνοντας την ευθύνη τους για τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο και την ανάπτυξη, οι εταιρείες θα πρέπει να ξεκινήσουν με σαφήνεια. Αρχικά χαρτογραφώντας το ηλικιακό προφίλ του εργατικού δυναμικού ανά ρόλο και παλαιότητα. Προσδιορίζοντας πού αποχωρούν τα άτομα στα πενήντα τους και στις αρχές των εξήντα τους και αν αυτές οι αποχωρήσεις αντικατοπτρίζουν την απόδοση ή τον σχεδιασμό. Αντιμετωπίζοντας την ηλικία ως μεταβλητή στρατηγική, με τον ίδιο τρόπο που οι εταιρείες αντιμετωπίζουν σήμερα το φύλο, τις δεξιότητες ή το ρίσκο της διαδοχής.
Από εκεί και πέρα, ακολουθεί ο επανασχεδιασμός: Δημιουργία ρόλων και επαγγελματικής πορείας που προϋποθέτουν μεγαλύτερο εργασιακό βίο. Επένδυση στην επανεκπαίδευση στα μέσα και στο τέλος της σταδιοδρομίας, όχι ως αποκατάσταση αλλά ως ανανέωση. Σκόπιμη δομή στις διαγενεακές ομάδες, έτσι ώστε η εμπειρία και η ταχύτητα να συνδυάζονται αντί να συγκρούονται. Ευθυγράμιση της στρατηγικής προϊόντων, υπηρεσιών και επωνυμίας με τις πραγματικότητες μιας γερασμένης, πλουσιότερης πελατειακής βάσης.
Τίποτα από αυτά δεν αφορά τον αλτρουισμό. Πρόκειται για την ανάκτηση της αξίας που αυτή τη στιγμή έχει μείνει στο τραπέζι. Καθώς οι πληθυσμοί γερνούν, οι εταιρείες που μαθαίνουν να διατηρούν την εμπειρία και να εξυπηρετούν τη ζήτηση που βασίζεται στη μακροζωία όχι απλώς θα προσαρμοστούν, αλλά θα ξεπεράσουν σε απόδοση.
ΠΗΓΗ STANFORD CENTER ON LONGEVITY

