Διάρκεια ανάγνωσης:
Σε συνέντευξή του στον Ορθό Λόγο, ο Ιδρυτής και Πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Μακροβιότητας τοποθετεί τη μακροβιότητα στη σωστή της διάσταση και τονίζει ότι δεν πρόκειται απλώς για ατομικές ιατρικές προσεγγίσεις, αλλά για την επιτακτική ανάγκη διαμόρφωσης μιας Ενιαίας Εθνικής Στρατηγικής. Αν υπήρχε ένα μαγικό ραβδί για να αλλάξει η Ελλάδα αύριο το πρωί, η πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα θα ήταν ο συντονισμός της κρατικής μηχανής.
Σύμφωνα με τον κ. Καστρινάκη, η χώρα δεν χρειάζεται απλώς ευχολόγια, αλλά έναν κεντρικό, οριζόντιο φορέα – ενδεχομένως μια ισχυρή Γενική Γραμματεία ή διυπουργική επιτροπή – που θα ενώνει και θα συγχρονίζει τις αποφάσεις των υπουργείων Εργασίας, Υγείας, Παιδείας, Κοινωνικής Συνοχής, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Χωρίς ενιαία εθνική στρατηγική, κάθε μεμονωμένη δράση χάνεται στη γραφειοκρατία. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής απαιτεί βαθιές κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές τομές, ώστε η κοινωνία μας να προσαρμοστεί έγκαιρα και βιώσιμα στη νέα δημογραφική πραγματικότητα.
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη και τις προτάσεις του Ελληνικού Κέντρου Μακροβιότητας.
Ο Μάνος Καστρινάκης δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν τη συνταξιοδότηση ως μια περίοδο αδράνειας ή απόσυρσης από τα κοινά. Έχοντας διαγράψει μια μακρά, απαιτητική και εξόχως παραγωγική πορεία ως ανώτερο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, η επιστροφή του στην Ελλάδα σήμανε την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, αφιερωμένου εξ ολοκλήρου στην Κοινωνία των Πολιτών.
Αρχικά, η ενέργειά του διοχετεύτηκε εθελοντικά σε εμβληματικές πρωτοβουλίες, όπως το σωματείο «Διάζωμα» για την ανάδειξη των αρχαίων θεάτρων και το Ίδρυμα Κωστόπουλου. Όμως, η εμπειρία που έμελλε να καθορίσει την τωρινή του πορεία προήλθε από την τετραετή, αμιγώς εθελοντική του δράση στην οργάνωση “50 Plus“. Η οργάνωση αυτή, ιδρυμένη από δύο Αγγλίδες που ζούσαν στην Ελλάδα, προσέφερε για είκοσι ολόκληρα χρόνια σημαντικό έργο γύρω από τα δικαιώματα και την καθημερινότητα της τρίτης ηλικίας. Μετά από δύο δεκαετίες ουσιαστικής προσφοράς, η “50 Plus” ολοκλήρωσε τον κύκλο της.
Για τον κ. Καστρινάκη, το τέλος της “50 Plus” δεν ήταν μια ήττα, αλλά ένας καταλύτης αφύπνισης. Η εμπειρία του εκεί, του αποκάλυψε πως η προσέγγιση του ζητήματος της γήρανσης ήταν πολύ ευρύτερη. Το ζήτημα δεν αφορούσε απλώς τους “ηλικιωμένους”, αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Μαζί με μια ομάδα δραστήριων συνοδοιπόρων, αφιέρωσε περίπου έναν χρόνο σε μελέτη και στρατηγικό σχεδιασμό, καταλήγοντας τον περασμένο Δεκέμβριο στην επίσημη ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Μακροβιότητας.
Σήμερα, με την ενεργή συμμετοχή των μελών του και τη στήριξη δώδεκα επίτιμων μελών από την ακαδημαϊκή, επιστημονική και κοινωνική κοινότητα, το Κέντρο φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά το αφήγημα γύρω από τον χρόνο, την ηλικία και την ίδια τη δομή της ζωής μας.
Η αφετηρία και η ταυτότητα της οργάνωσης
Τι ακριβώς εννοούμε, όμως, όταν μιλάμε για «μακροβιότητα»; Η απάντηση του Μάνου Καστρινάκη αποτελεί μια μετωπική σύγκρουση με τα κυρίαρχα στερεότυπα της εποχής μας. Σήμερα, η έννοια της μακροβιότητας έχει εργαλειοποιηθεί και παρερμηνευτεί μαζικά από τα κοινωνικά δίκτυα, τη βιομηχανία της ομορφιάς και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία την ταυτίζουν εσφαλμένα με τη «νεανικότητα» και το λεγόμενο anti-aging. Επενδύονται αμύθητα ποσά στο πώς θα ξεγελάσουμε τον χρόνο για να φαινόμαστε νεότεροι, αγνοώντας το πραγματικό, κοσμογονικό γεγονός: ότι οι άνθρωποι, πλέον, είναι και θα είναι ζωντανοί για πολύ περισσότερο.
Η μακροβιότητα, όπως την ορίζει το Κέντρο, εδράζεται στην αδιαμφισβήτητη επιστημονική και στατιστική πραγματικότητα ότι ο μέσος όρος ζωής αυξάνεται ραγδαία. Όταν ένας άνθρωπος συνταξιοδοτείται σήμερα γύρω στα 67 ή 70 του χρόνια, έχει μπροστά του έναν καθαρό ορίζοντα τουλάχιστον 15 έως 20 ετών. Αυτός ο επιπλέον χρόνος ανατρέπει την κανονικότητα που γνωρίζαμε. Πρόκειται για μια ολόκληρη νέα «εποχή ζωής», κατά την οποία είναι ψυχολογικά, κοινωνικά και οικονομικά αδύνατον να παραμείνει κανείς στο περιθώριο, αδρανής και απομονωμένος, περιμένοντας απλώς το βιολογικό του τέλος.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αρκεί να αντιμετωπίζουμε το θέμα αποκλειστικά ως ζήτημα υγείας. Σαφώς, η ιατρική περίθαλψη, η φαρμακολογία και η υγιής γήρανση είναι θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ο κ. Καστρινάκης σπεύδει να επισημάνει ότι η χώρα διαθέτει διακεκριμένους επιστήμονες διεθνούς κύρους, όπως ο ακαδημαϊκός κ. Γιώργος Χρούσος και πολλοί ακόμη ερευνητές, των οποίων το έργο έχει συμβάλει καθοριστικά στην κατανόηση της γήρανσης και της υγιούς μακροβιότητας.
Ωστόσο, ο κ. Καστρινάκης επισημαίνει ότι η μακροβιότητα δεν εξαντλείται στην υγεία και την ιατρική. Για τον ίδιο, η υγεία αποτελεί μόνο την αφετηρία. Η πραγματική πρόκληση της μακροβιότητας εκτείνεται πολύ πέρα από την ιατρική και αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε την εκπαίδευση, την εργασία, την οικονομία, την τεχνολογία και τις σχέσεις μεταξύ των γενεών. Η παράταση του προσδόκιμου ζωής επηρεάζει σχεδόν κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, αποτελώντας μια καθολική κοινωνική και θεσμική πρόκληση.
Αυτή η νέα πραγματικότητα απαιτεί τον μετασχηματισμό της παιδείας, ώστε να υπηρετεί τη δια βίου μάθηση. Αλλάζει τους κανόνες της εργασίας, της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από γενιά σε γενιά, καθώς και της εξοικείωσης με τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, όπως η έλευση της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης. Βασικό έργο του Ελληνικού Κέντρου Μακροβιότητας είναι, όπως λέει ο κ. Καστρινάκης, «να λειτουργήσει ολιστικά: να κινητοποιήσει τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας να προετοιμαστούν, αλλά κυρίως να τους καταστήσει συμμάχους των νεότερων γενεών στην αντιμετώπιση αυτής της μετάβασης».
Η επιμήκυνση του χρόνου ζωής αλλάζει τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα ζήσουμε, αλλά το «πώς σκέφτεται ο άνθρωπος και πώς αισθάνεται». Όπως υπογραμμίζει, «η ηλικία, είναι απλώς ένα νούμερο. Το δικαίωμα στην αυτοπεποίθηση, η αίσθηση της χρησιμότητας και η ανάγκη για συμμετοχή δεν χάνονται μόλις σβήσουμε τα κεράκια των εξήντα πέντε ετών. Είναι δικαιώματα που πρέπει να προστατευτούν και να καλλιεργηθούν».
Η ελληνική πραγματικότητα και οι δυσκολίες
Σε ποιο σημείο βρίσκεται η Ελλάδα απέναντι σε αυτή τη νέα δημογραφική και κοινωνική συνθήκη; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: «η χώρα είναι δραματικά ανέτοιμη. Η ελληνική κοινωνία, οι εργοδότες και ο κρατικός μηχανισμός λειτουργούν ακόμη με βάση ένα παρωχημένο, γραμμικό μοντέλο: εκπαίδευση – εργασία – συνταξιοδότηση. Αυτό το σχήμα έχει ήδη καταρρεύσει. Ένας άνθρωπος που πρόκειται να ζήσει έως τα 90 ή τα 100 του χρόνια δεν μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του σε μία μόνο καριέρα. Οι συνθήκες θα τον αναγκάσουν να κάνει δύο, τρεις ή και περισσότερους επαγγελματικούς κύκλους, ενδεχομένως σε εντελώς διαφορετικούς τομείς ή πόλεις, καθιστώντας τη δια βίου μάθηση από ευχολόγιο, εργαλείο επιβίωσης».
Η αγορά εργασίας, ωστόσο, παραμένει εγκλωβισμένη σε βαθιά στερεότυπα και στον ηλικιακό ρατσισμό. Είναι οξύμωρο, τονίζει ο κ. Καστρινάκης, να γίνεται διαρκώς λόγος για την ανάγκη παράτασης του εργασιακού βίου και αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, όταν την ίδια στιγμή ο ιδιωτικός τομέας αποβάλλει και περιθωριοποιεί ικανότατα, έμπειρα στελέχη μόλις φτάσουν στην ηλικία των 50 ή 55 ετών. «Αντί οι επιχειρήσεις να δημιουργούν νέους ρόλους εντός των εταιρειών, μετατρέποντας αυτούς τους επαγγελματίες σε μέντορες που θα μεταδώσουν τη συσσωρευμένη γνώση τους στους νεότερους, επιλέγουν την εύκολη λύση της απομάκρυνσής τους» τονίζει.
Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος αδυνατεί να διαχειριστεί τις νέες ανάγκες. Χαρακτηριστική είναι η απουσία αξιόπιστων, εξειδικευμένων στατιστικών δεδομένων. Αν δει κανείς τι συμβαίνει στη Μεγάλη Βρετανία, κάθε τοπικός Δήμος συλλέγει αναλυτικά στοιχεία –ιατρικά, εργασιακά, κοινωνικά– για τον πληθυσμό του. Στην Ελλάδα, η ΕΛΣΤΑΤ και οι κρατικοί μηχανισμοί υστερούν σημαντικά σε αυτό το επίπεδο, καθιστώντας τον σχεδιασμό μακροπρόθεσμων πολιτικών σχεδόν αδύνατο. Επιπλέον, το περίφημο “μπαλάκι” των ευθυνών –η συνεχής μετάθεση αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο στην Περιφέρεια και από εκεί στον Δήμο– ακυρώνει στην πράξη κάθε προσπάθεια ουσιαστικής παρέμβασης.
Η ανετοιμότητα αυτή αποτυπώνεται σκληρά στην καθημερινότητα. «Στο ζήτημα της στέγασης, οι εθνικές πολιτικές στρέφονται –και δικαίως– στους νέους και στις τρίτεκνες οικογένειες. Αγνοούν, ωστόσο, παντελώς το ένα τέταρτο του πληθυσμού, τους ηλικιωμένους. Από τη μία πλευρά, χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχοι δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή στέγη. Από την άλλη, πολλοί μεγαλύτεροι άνθρωποι παραμένουν μόνοι σε μεγάλες ή μη προσβάσιμες κατοικίες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται πλέον στις πραγματικές τους ανάγκες.
Το Κέντρο υποστηρίζει ενεργά και συνεργάζεται με πρωτοβουλίες (όπως ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ωφελουμένων Συγκατοίκησης Φίλων 60± στη Θεσσαλονίκη) για την ανάπτυξη μοντέλων συγκατοίκησης (co-housing), όπου αυτόνομοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας μοιράζονται κοινούς χώρους διαβίωσης, εξασφαλίζοντας κοινωνικότητα, αλληλοϋποστήριξη και ασφάλεια», εξηγεί ο κ. Καστρινάκης.
Πέρα όμως από το ζήτημα της κατοικίας, αλλάζει και η ίδια η δομή της οικογένειας. Η “νέα οικογένεια” έχει διαφορετικές ανάγκες χώρου, ενώ το παραδοσιακό μοντέλο χωριού-γειτονιάς, που άλλοτε εξασφάλιζε δίκτυα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, πλέον φθίνει. Τα μοντέλα που κάποτε ήταν αυθόρμητα και επιτυχημένα, τώρα χρειάζονται δομημένη επαναφορά και προσαρμογή.
Ένα δεύτερο, δραματικό παράδειγμα είναι το μοντέλο μακροχρόνιας φροντίδας. Στην Ελλάδα, η φροντίδα των υπερηλίκων –ειδικά μετά από μια νοσηλεία– στηρίζεται παραδοσιακά στην οικογένεια, και σχεδόν αποκλειστικά στις γυναίκες, τονίζει ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Μακροβιότητας. «Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί, καθώς στερεί από την οικονομία πολύτιμο παραγωγικό δυναμικό. Από την άλλη πλευρά, αν ο ηλικιωμένος δεν έχει υποστήριξη στο σπίτι, καταλήγει να επιστρέφει διαρκώς στα νοσοκομεία, αναζητώντας πρωτοβάθμια φροντίδα σε δομές τριτοβάθμιας περίθαλψης. Αυτό όχι μόνο εκτοξεύει το κόστος του συστήματος υγείας, αλλά εκθέτει τους ανθρώπους σε κινδύνους ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και ψυχολογικής κατάρρευσης. Απαιτούνται άμεσα εναλλακτικές δομές, επαγγελματικά προγράμματα κατ’ οίκον φροντίδας και η πιστοποίηση νέων φροντιστών – δράσεις στις οποίες το Κέντρο ήδη εμπλέκεται, σχεδιάζοντας πιλοτικά προγράμματα και συστήματα εκπαίδευσης. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι η ζήτηση για επαγγελματική φροντίδα έχει δημιουργήσει έναν “χώρο” που συχνά καλύπτεται από ανειδίκευτους εργαζόμενους, αναδεικνύοντας την ανάγκη για σωστή πιστοποίηση και εδραίωση εμπιστοσύνης στον κλάδο.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Καστρινάκης υποστηρίζει ότι αυτό που διαφεύγει από τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων είναι πως η «Ασημένια Οικονομία» (Silver Economy) αποτελεί ίσως μία από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές ευκαιρίες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, αξιοποιώντας κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 113 εκατομμυρίων ευρώ, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο εθνικό δίκτυο πανεπιστημίων και οργανισμών αφιερωμένο στη μακροβιότητα. Εκεί, το θέμα αντιμετωπίζεται αναπτυξιακά, όχι φιλανθρωπικά. «Στην Ελλάδα, υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος, αν δεν δοθεί έμφαση και στον οικονομικό εγγραμματισμό των πολιτών, η μακροβιότητα να μετατραπεί στο μεγαλύτερο πεδίο κοινωνικής ανισότητας, όπου η μακρά και ποιοτική ζωή θα αποτελεί προνόμιο μόνο εκείνων που διαθέτουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους».
Η κοινωνία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Καστρινάκης, δεν μπορεί να αποτελείται από “πολίτες-πελάτες”, αλλά χρειάζεται άτομα προετοιμασμένα για τις διαφορετικές οικονομικές απαιτήσεις μιας μεγαλύτερης ζωής, αλλά και ικανά να εντοπίσουν αξία εκτός της καταναλωτικής προσέγγισης.
Δημοκρατία, συμμετοχή και ενεργός πολίτης
Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημοκρατία. Το κεντρικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον κ. Καστρινάκη, είναι ότι οι πολιτικές για τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας σχεδιάζονται για αυτούς, αλλά ερήμην τους. Η συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων είναι συχνά προσχηματική: «Ενώ βλέπουμε την εμπλοκή πολιτών στη διαμόρφωση πολιτικών στη Δανία, την Ιταλία, ή την Αυστραλία, στην Ελλάδα απουσιάζουν οι μηχανισμοί συμμετοχής. Για τον λόγο αυτό, τονίζει ο κ. Καστρινάκης, κάθε πολιτική για τη μακροβιότητα πρέπει να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και όχι σε υποθέσεις ή στερεότυπα», δίνει δε ιδιαίτερη έμφαση στη συστηματική καταγραφή των αναγκών των πολιτών, μέσα από έρευνες και διαβουλεύσεις, προκειμένου να καταγραφούν και να ιεραρχηθούν οι πραγματικές ανάγκες του κόσμου. «Η ανάγκη για επικοινωνία είναι τεράστια».
Η μετάβαση από την επαγγελματική ζωή στη συνταξιοδότηση δεν πρέπει να σημαίνει απόσυρση από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Ο συνταξιούχος δεν μπορεί πλέον να είναι απλώς ένας παθητικός αποδέκτης παροχών. Ωστόσο, η ελληνική κοινωνία, έχοντας σε μεγάλο βαθμό γαλουχηθεί με τη νοοτροπία των επιδομάτων, δυσκολεύεται να αξιοποιήσει τη δυναμική της εθελοντικής προσφοράς. Η ενεργός συμμετοχή δίνει λύσεις ακόμη και στα αδιέξοδα της πολιτικής: όταν παρατηρείται η ανάγκη για προγράμματα εκμάθησης (π.χ., υπολογιστών) και η πολιτεία αδυνατεί, οι εθελοντικές ομάδες μπορούν να προσφέρουν τη λύση.
Ένα φωτεινό παράδειγμα που μοιράζεται ο κ. Καστρινάκης είναι αυτό ενός ηλικιωμένου κυρίου στο Ναυτικό Μουσείο του Γαλαξιδίου, ο οποίος με περισσή ευγένεια, βαθιά γνώση και χάρη ξεναγεί τους επισκέπτες, αρνούμενος μάλιστα να δεχτεί οποιοδήποτε χρηματικό φιλοδώρημα. Σε διεθνές επίπεδο, αυτού του είδους ο εθελοντισμός δεν είναι απλώς μια ασχολία ελεύθερου χρόνου, αλλά ποσοτικοποιείται και προσμετράται στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν.
Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας καταστροφικής σύγκρουσης γενεών –καθώς ολοένα και λιγότεροι νέοι θα καλούνται να συντηρήσουν ολοένα και περισσότερους ηλικιωμένους μέσα από τις συντάξεις και τις δαπάνες υγείας– απαιτείται ισχυρή διεθνής και εθνική κινητοποίηση. Το Κέντρο, μαζί με άλλες τέσσερεις μη-κερδοσκοπικές οργανωσεις, εκπροσωπεί την Ελλάδα στην “AGE Platform Europe” στις Βρυξέλλες, μια ισχυρή ευρωπαϊκή συνομοσπονδία, και συνεργάζεται με οργανισμούς όπως το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, για τη δημιουργία μιας ειδικής διεθνούς σύμβασης του ΟΗΕ, για τα δικαιώματα των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Όπως η διεθνής κοινότητα θεσμοθέτησε συμβάσεις για τα δικαιώματα του παιδιού, των γυναικών και των ΑμεΑ, έτσι απαιτείται νομική θωράκιση και για την τρίτη ηλικία.
Σε αυτό το σημείο, ο κ. Καστρινάκης υπογραμμίζει τον αναντικατάστατο ρόλο της Κοινωνίας των Πολιτών: Οι κυβερνήσεις έχουν ορίζοντα τετραετίας και οι πολιτικές τους συχνά διακόπτονται με τις εκλογές. Μόνο ένας ισχυρός, αυτόνομος ιστός οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών μπορεί να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας, διατηρώντας τη συνέχεια αυτών των μακροπρόθεσμων προγραμμάτων πέρα από τους εκλογικούς κύκλους.
Επιπλέον, το Κέντρο επιδιώκει επαφές με το πολιτικό σύστημα. Έχει πραγματοποιήσει συναντήσεις με επιτροπές περιφερειών και συνεχίζει, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή διάλογο, καθιστώντας την ενημέρωση και τη λογοδοσία αναγκαία συστατικά για να μην καταλήγουν τέτοιες επαφές απλώς σε “ανακοινώσεις”.
Αυτοκριτική, διαφάνεια και θεσμική ωριμότητα
Η θεσμική νομιμοποίηση του Κέντρου, όπως επισημαίνει ο κ. Καστρινάκης, χτίζεται βήμα-βήμα, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη μέσω της διαφάνειας, της διαρκούς επαφής με το κοινό και της δημιουργίας συνεργειών. Σημαντικό στοιχείο αυτής της πορείας αποτελεί και η στήριξη διακεκριμένων προσωπικοτήτων από την ακαδημαϊκή, επιστημονική, κοινωνική και δημόσια ζωή της χώρας, οι οποίες έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κοινωνία και έχουν επιλέξει να συμμετέχουν ως επίτιμα μέλη του Κέντρου. Η παρουσία τους αποτελεί αναγνώριση της σημασίας της αποστολής του και ενισχύει τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη μακροβιότητα. Ένδειξη της αναγνώρισης που έχει κερδίσει το Κέντρο, σημειώνει, είναι και το γεγονός ότι τόσοι πολλοί εξειδικευμένοι φορείς και πανεπιστήμια έρχονται αυτοβούλως να συνεργαστούν μαζί του.
Η διαδρομή όμως είναι γεμάτη εμπόδια. Η κρατική αδιαφάνεια και η γραφειοκρατική δυσκαμψία είναι ίσως τα μεγαλύτερα από αυτά. Δεν υπάρχουν υποδομές που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν το κράτος ως κέντρα εξυπηρέτησης πολιτών. Εκ των πραγμάτων, μόνη απάντηση σε αυτή την αδυναμία είναι ο σχεδιασμός μιας ανεξάρτητης ψηφιακής πλατφόρμας, στελεχωμένης από νομικούς και λογιστές, προκειμένου να παρέχονται εξειδικευμένες και δωρεάν απαντήσεις στον πολίτη που νιώθει χαμένος απέναντι στο κρατικό σύστημα.
Παράλληλα, το Κέντρο αξιολογεί διαρκώς τις παρεμβάσεις του. Αυτή τη στιγμή, η δράση του επικεντρώνεται σε συγκεκριμένους άξονες: προωθεί πιλοτικά προγράμματα φροντίδας (όπως αυτό που σχεδιάζεται στην Πάτρα σε συνεργασία με εννεαμελή ομάδα ειδικών του ιατρικού κλάδου), ετοιμάζει προγράμματα πιστοποιημένης εκπαίδευσης για φροντιστές ηλικιωμένων, και συμπράττει με ιδρύματα του εξωτερικού και ελληνικά, τράπεζες και πανεπιστημιακά, για την ενίσχυση του ψηφιακού εγγραμματισμού, παρότι επισημαίνεται η ανάγκη τα προγράμματα αυτά να είναι πιο στοχευμένα.
Ο κ. Καστρινάκης αναδεικνύει και έναν σημαντικό κοινωνικό κίνδυνο: Το ευρωπαϊκό αφήγημα περί «ενεργού γήρανσης» δεν πρέπει να εργαλειοποιηθεί: «Δεν μπορούμε να λέμε στον πολίτη ότι έχει την αποκλειστική ευθύνη να είναι διαρκώς παραγωγικός, υγιής και προνοητικός, όταν το ίδιο το κράτος αποποιείται τις δικές του ευθύνες. Η ενεργή συμμετοχή των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας στα κοινά προϋποθέτει ότι ο πολίτης νιώθει ασφαλής, ότι η σύνταξή του επαρκεί για αξιοπρεπή διαβίωση και ότι το σύστημα υγείας λειτουργεί. Αν αυτά υποβαθμιστούν, η ενεργός γήρανση γίνεται πολυτέλεια για τους λίγους και βάρος για τους πολλούς».
Το μέλλον… «και τώρα τι;»
Αν υπήρχε ένα μαγικό ραβδί για να αλλάξει η Ελλάδα αύριο το πρωί, η πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα θα ήταν ο συντονισμός της κρατικής μηχανής. Σύμφωνα με τον κ. Καστρινάκη, η χώρα δεν χρειάζεται απλώς ευχολόγια, αλλά έναν κεντρικό, οριζόντιο φορέα –ενδεχομένως μια ισχυρή Γενική Γραμματεία ή διυπουργική επιτροπή– που θα ενώνει και θα συγχρονίζει τις αποφάσεις των υπουργείων Εργασίας, Υγείας, Παιδείας, Κοινωνικής Συνοχής, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Χωρίς ενιαία εθνική στρατηγική, κάθε μεμονωμένη δράση χάνεται στη γραφειοκρατία. Το πρώτο πρακτικό βήμα πρέπει να αφορά τη δημιουργία ευέλικτων μοντέλων διαβίωσης και φροντίδας, παράλληλα με τον άμεσο ψηφιακό και οικονομικό εγγραμματισμό των μεγαλύτερων ηλικιών, σε συνεργασία με τραπεζικούς και εκπαιδευτικούς θεσμούς.
Οι αλλαγές αυτές πρέπει να σχεδιαστούν μέσα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που δεν συγχωρεί καθυστερήσεις. Ο κόσμος διέρχεται μια φάση ριζικής ανισορροπίας, με τους πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, τον απρόβλεπτο ρόλο των ΗΠΑ (ιδίως απέναντι στο ενδεχόμενο νέων πολιτικών τύπου Τραμπ) και την εδραίωση αυταρχικών καθεστώτων όπως της Κίνας. Τα καθεστώτα αυτά, απαλλαγμένα από τον έλεγχο των δημοκρατικών θεσμών και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χαράσσουν μακροπρόθεσμες στρατηγικές και κινούνται με τρομακτική ταχύτητα: «Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, οι δυτικές δημοκρατίες, που από τη φύση τους είναι πιο αργές, κινδυνεύουν. Γι’ αυτό, είναι ζήτημα επιβίωσης –τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη συνολικά– η γεωστρατηγική, τεχνολογική και αμυντική αυτονομία». Το κοινωνικό κράτος και οι πολιτικές για τη μακροβιότητα δεν μπορούν να θωρακιστούν εάν η Ευρώπη εξαρτάται συνεχώς από τρίτους. Κράτη που λειτουργούν μεμονωμένα, χωρίς τη συλλογική ασπίδα της Ένωσης, δεν έχουν απολύτως καμία δύναμη διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον νέο, κατακερματισμένο κόσμο.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο ορισμός που επιλέγει ο Μάνος Καστρινάκης για το τι συνιστά μια «υγιή κοινωνία των πολιτών» λειτουργεί ως απόσταγμα της φιλοσοφίας του, ίσως και ολόκληρου του έργου που επιχειρεί το Κέντρο: «Είναι μια κοινωνία που τα πρόσωπα ξεφεύγουν από το ‘εγώ’ και μετατρέπονται στο ‘εμείς’».
Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη απάντηση στην πρόκληση της εποχής. Η μακροβιότητα, τα επιπλέον αυτά είκοσι και πλέον χρόνια ζωής που κέρδισε η ανθρωπότητα, δεν είναι μια προσωπική, μοναχική κατάκτηση. Είναι μια συλλογική εξέλιξη που θα κρίνει το μέλλον μας. «Η Ελλάδα του 2040, στην οποία ένας άνθρωπος 70 ή 80 ετών θα μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια, να μαθαίνει, να προσφέρει και να συνυπάρχει ισότιμα με τους νέους, δεν θα χτιστεί με επιδόματα και ατομικισμό. Θα χτιστεί μόνο όταν η κοινωνία, η οικονομία και οι θεσμοί μας κατανοήσουν βαθιά πως το «εμείς» δεν έχει ηλικία»…
ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΣ ΛΟΓΟΣ

